σαύρα
•
- ερπετόμικρό τετράποδο σαυρόμορφο ερπετό με μακριά ουρά, του οποίου το δέρμα καλύπτεται από φολίδες, συχνά πρασινωπές με κηλίδες Βικιλεξικό
- < υπώνυμα: ακονάκι, γενειοφόρος δράκος, γκέκο, σκίγγος, σκίγκος, χαμαιλέων
- μεταφορικάάνθρωπος κακάσχημος, αποκρουστικός Βικιλεξικό
- Αυτή είναι σαν τα κρύα τα νερά, ο άντρας της όμως είναι σκέτη σαύρα!
- κατ’ επέκτασηάνθρωπος κακός και πονηρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σαύρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σαύρα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σαύρα | σαύρες |
| Γενική | σαύρας | σαυρών |
| Αιτιατική | σαύρα | σαύρες |
| Κλητική | σαύρα | σαύρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →