Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σαύρα

/ˈsav.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ερπετόμικρό τετράποδο σαυρόμορφο ερπετό με μακριά ουρά, του οποίου το δέρμα καλύπτεται από φολίδες, συχνά πρασινωπές με κηλίδες Βικιλεξικό
    • < υπώνυμα: ακονάκι, γενειοφόρος δράκος, γκέκο, σκίγγος, σκίγκος, χαμαιλέων
  2. μεταφορικάάνθρωπος κακάσχημος, αποκρουστικός Βικιλεξικό
    • Αυτή είναι σαν τα κρύα τα νερά, ο άντρας της όμως είναι σκέτη σαύρα!
  3. κατ’ επέκτασηάνθρωπος κακός και πονηρός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σαύρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σαύρα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσαύρασαύρες
Γενικήσαύραςσαυρών
Αιτιατικήσαύρασαύρες
Κλητικήσαύρασαύρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →