Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σβάρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. άδεντρη πλαγιά ή κατωφέρεια σ’ ένα βουνό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σβάρα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσβάρασβάρες
Γενικήσβάρας—
Αιτιατικήσβάρασβάρες
Κλητικήσβάρασβάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →