σβάρα
•
- άδεντρη πλαγιά ή κατωφέρεια σ’ ένα βουνό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σβάρα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σβάρα | σβάρες |
| Γενική | σβάρας | — |
| Αιτιατική | σβάρα | σβάρες |
| Κλητική | σβάρα | σβάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →