Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σβέρκος

/ˈzveɾ.kos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το πίσω μέρος του λαιμού Βικιλεξικό
    • Σαΐτα ήταν ο Θανασάκης κι αν δεν έπεφτε εκεί μέσα στους Στύλους, ούτε που θα τον έπιανε. Ανελέητος ο κούτσαβος, τον γράπωσε και του 'σπασε το σβέρκο. (Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
    • Η ελιά είναι ο σβέρκος ή αλλιώς ο λαιμός του βόειου. Αρκετά λιπαρό και μαλακό κομμάτι το οποίο μπορεί να μαγειρευτεί με ή χωρίς κόκκαλο, σε σιγανή φωτιά (από ιστοσελίδα σουπερμάρκετ, ανάκτηση στις 9/3/2026)

Ετυμολογία

σβέρκος < (άμεσο δάνειο) αλβανική zverk

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσβέρκοςσβέρκοι
Γενικήσβέρκουσβέρκων
Αιτιατικήσβέρκοσβέρκους
Κλητικήσβέρκεσβέρκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →