Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σβέσμα

/ˈzve.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. καθαρεύουσατο σβήσιμο, κάτι που έχει σβηστεί Βικιλεξικό
    • Ἐὰv εἰς τὸ ἔγγραφον ὑπάρχουν σβέσματα, σημειοῦνται ὅλα καὶ καθὲν εἰδικῶς, προσεπισημειουμένης καὶ τῆς γραμμῆς τῆς σελίδος ὅπου τὰ σβέσματα εὐρίσκονται, σημειουμένων τῶν καθαρῶν λέξεων προτοῦ καὶ μετὰ τὸ σβέσμα, καὶ τινὶ τρόπῳ εἶναι καμωμένον τὸ σβέσμα, ἐὰν εἶναι ὁρατὰ ἣ καταληπτὰ τὰ ἐσβεσμένα, καὶ ἃν εἶναι ὁρατὸν ἣ καταληπτὸν τὸ διαλαμβανόμενον.
    • Εἰς τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν τὰ σβέσματα γίνονται ἀντικρὺ τῶν ἀρμοδίων ἐγγραφῶν ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ μέρους, ἑπομένως ἀπαγορεύονται τὰ εἰς τὸ σῶμα τῆς ἐγγραφῆς ξέσματα, μεσόστιχα, καθὼς αἱ παρεγγραφαὶ καὶ αἰ παρενθέσεις καὶ ἀφαιρέσεις τῶν φύλλων τοῦ βιβλίου τῶν ὑποθηκῶν.
    • Περὶ τῆς τακτικῆς κρατήσεως τῶν βιβλίων, ἄνευ σβέσματος, ξέσματος, ἣ παρεγγραφῆς, ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἰερὰ Σύνοδος θέλουσι πληροφορεῖσθαι ἑκάστοτε δι’ ἐπίτηδες ἀπεσταλμένου, ὁπουδήποτε ἣ ὁποτεδήποτε ἥθελον κρίνει ἐκ συμφώνου ἀναγκαίαν τοιαύτην ἀποστολήν.

Ετυμολογία

σβέσμα < αρχαία ελληνική σβέννυμι + -μα• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →