σβανάρω
•
- μεθάω, μπεκρουλιάζω, μεθοκοπάω Βικιλεξικό
- Σαν το θωρούν τ’ αδέρφια μου πεισμώνουν και με δέρνουν, και κλαίγω κι αγριεύω. Σαν το σβανάρω στα γερά, τα χάχανα με παίρνουν και τους κοροϊδεύω!
Ετυμολογία
σβανάρω < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →