σβαρνίζω
•
- δουλεύω το χώμα με σβάρνα, θρυμματίζοντας τους σβώλους Βικιλεξικό
- Πάω να σβαρνίσω το χωράφι για να φυτέψω τις ντομάτες.
- μεταφορικάπαίρνω σβάρνα Βικιλεξικό
- Χάλασαν τα φρένα του αυτοκινήτου και σβάρνισε έναν κάδο ανακύκλωσης.
Ετυμολογία
σβαρνίζω < μεσαιωνική ελληνική σβαρν(ῶ) + μεταπλασμός σε -ίζω Μορφολογικά, σβάρν(α) + -ίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σβαρνίζω | σβαρνίζεις | σβαρνίζει | σβαρνίζουμε | σβαρνίζετε | σβαρνίζουν / σβαρνίζουνε |
| Παρατατικός | σβάρνιζα | σβάρνιζες | σβάρνιζε | σβαρνίζαμε | σβαρνίζατε | σβάρνιζαν / σβαρνίζαν / σβαρνίζανε |
| Αόριστος | σβάρνισα | σβάρνισες | σβάρνισε | σβαρνίσαμε | σβαρνίσατε | σβάρνισαν / σβαρνίσαν / σβαρνίσανε |
| Μέλλοντας | θα σβαρνίζω / θα σβαρνίσω | θα σβαρνίζεις / θα σβαρνίσεις | θα σβαρνίζει / θα σβαρνίσει | θα σβαρνίζουμε / θα σβαρνίσουμε | θα σβαρνίζετε / θα σβαρνίσετε | θα σβαρνίζουν / θα σβαρνίζουνε / θα σβαρνίσουν / θα σβαρνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σβαρνίσει | έχεις σβαρνίσει | έχει σβαρνίσει | έχουμε σβαρνίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σβαρνίσει | είχες σβαρνίσει | είχε σβαρνίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σβαρνίσει / να σβαρνίζω / να σβαρνίσω | να έχεις σβαρνίσει / να σβαρνίζεις / να σβαρνίσεις | να έχει σβαρνίσει / να σβαρνίζει / να σβαρνίσει | να έχουμε σβαρνίσει / να σβαρνίζουμε / να σβαρνίσουμε | να σβαρνίζετε / να σβαρνίσετε | να σβαρνίζουν / να σβαρνίζουνε / να σβαρνίσουν / να σβαρνίσουνε |
| Προστακτική | — | σβάρνιζε / σβάρνισε | — | — | σβαρνίζετε / σβαρνίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σβαρνίστηκασβαρνίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →