σβαρνιάρης
•
- μειωτικόάνθρωπος νωχελικός κι αδέξιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σβαρνιάρης < σβαρνί(ζω) + -άρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σβαρνιάρης | σβαρνιάρηδες |
| Γενική | σβαρνιάρη | σβαρνιάρηδων |
| Αιτιατική | σβαρνιάρη | σβαρνιάρηδες |
| Κλητική | σβαρνιάρη | σβαρνιάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →