σβελτάδα
•
- το να είναι κάποιος σβέλτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σβελτάδα < σβέλτ(ος) + -άδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σβελτάδα | σβελτάδες |
| Γενική | σβελτάδας | — |
| Αιτιατική | σβελτάδα | σβελτάδες |
| Κλητική | σβελτάδα | σβελτάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →