Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σβηστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σβηστεί, που δεν καίει πια ή δεν βρίσκεται σε λειτουργία Βικιλεξικό
    • βεβαιώσου ότι το αποτσίγαρο είναι σβηστό πριν το πετάξεις
    • τα φώτα ήταν σβηστά

Ετυμολογία

σβηστός < σβεστός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσβηστόςσβηστήσβηστό
Γενικήσβηστούσβηστήςσβηστού
Αιτιατικήσβηστόσβηστήσβηστό
Κλητικήσβηστέσβηστήσβηστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσβηστοίσβηστέςσβηστά
Γενικήσβηστώνσβηστώνσβηστών
Αιτιατικήσβηστούςσβηστέςσβηστά
Κλητικήσβηστοίσβηστέςσβηστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →