σβολιάζω
•
- άλλη γραφή του σβωλιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σβολιάζω < σβόλος + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σβολιάζω | σβολιάζεις | σβολιάζει | σβολιάζουμε | σβολιάζετε | σβολιάζουν / σβολιάζουνε |
| Παρατατικός | σβόλιαζα | σβόλιαζες | σβόλιαζε | σβολιάζαμε | σβολιάζατε | σβολιάζαν / σβολιάζανε / σβόλιαζαν |
| Αόριστος | σβόλιασα | σβόλιασες | σβόλιασε | σβολιάσαμε | σβολιάσατε | σβολιάσαν / σβολιάσανε / σβόλιασαν |
| Μέλλοντας | θα σβολιάζω / θα σβολιάσω | θα σβολιάζεις / θα σβολιάσεις | θα σβολιάζει / θα σβολιάσει | θα σβολιάζουμε / θα σβολιάσουμε | θα σβολιάζετε / θα σβολιάσετε | θα σβολιάζουν / θα σβολιάζουνε / θα σβολιάσουν / θα σβολιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σβολιάσει | έχεις σβολιάσει | έχει σβολιάσει | έχουμε σβολιάσει | έχετε σβολιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σβολιάσει | είχες σβολιάσει | είχε σβολιάσει | είχαμε σβολιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σβολιάσει / να σβολιάζω / να σβολιάσω | να έχεις σβολιάσει / να σβολιάζεις / να σβολιάσεις | να έχει σβολιάσει / να σβολιάζει / να σβολιάσει | να έχουμε σβολιάσει / να σβολιάζουμε / να σβολιάσουμε | να έχετε σβολιάσει / να σβολιάζετε / να σβολιάσετε | να σβολιάζουν / να σβολιάζουνε / να σβολιάσουν / να σβολιάσουνε |
| Προστακτική | — | σβόλιαζε / σβόλιασε | — | — | σβολιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σβολιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →