Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σβολώνω

ρήμα
•
  1. ιδιωματικόκτυπώ Βικιλεξικό
    • Όσε μέρες θα ’στε στον Αμαλό, το τουφέκι θα ’ναι δικό σου. Να ’χεις μόνο το νου σου να μη σε σβολώσει. (Ιωάννης Κονδυλάκης, Πρώτη αγάπη)
    • Έχω κάτι χάπια που έπαιρνε ο γιος του παπα-Φάνη, όταν σβολώθηκε με τη μηχανή. (*)
    • Την ώρα που κρέμαγε κουρτίνες, εχάζευε στο twitter, κι έπεσε και σβολώθηκε

Ετυμολογία

σβολώνω < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →