σβουρίζω
•
- φέρνω γύρω ως σβούρα Βικιλεξικό
- μεταφορικάφέρνω γύρω σαν σβούρα, κινούμαι ασταμάτητα Βικιλεξικό
- Η μάνα μου την κανάκευε και σβουριζόταν τριγύρω της να της φτιάξει τίλιο. Της φώναζε δυνατά στ' αυτί, αλλά κουφή δεν ήταν. « Θες τίλιο, βάβα Ελενίτσα; Τίλιο λέω, θες;» Η γριά τής έκανε ένα νόημα με το χέρι. «Σάξε ένα τίλιο» μόνο και μόνο για να την ξεφορτωθεί (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδόσεις Καστανιώτη, 2011)
- προφορικόδίνω σφαλιάρα Βικιλεξικό
- για πράγματαπαράγω τον ήχο της σβούρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σβουρίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σβουρίζω. Μορφολογικά, σβούρ(α) + -ίζω
Άλλοι τύποι
σβουρισμένοςσβούριξασβούρισα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →