Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σβουρίζω

/zvuˈɾi.zo/ρήμα
•
  1. φέρνω γύρω ως σβούρα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάφέρνω γύρω σαν σβούρα, κινούμαι ασταμάτητα Βικιλεξικό
    • Η μάνα μου την κανάκευε και σβουριζόταν τριγύρω της να της φτιάξει τίλιο. Της φώναζε δυνατά στ' αυτί, αλλά κουφή δεν ήταν. « Θες τίλιο, βάβα Ελενίτσα; Τίλιο λέω, θες;» Η γριά τής έκανε ένα νόημα με το χέρι. «Σάξε ένα τίλιο» μόνο και μόνο για να την ξεφορτωθεί (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδόσεις Καστανιώτη, 2011)
  3. προφορικόδίνω σφαλιάρα Βικιλεξικό
  4. για πράγματαπαράγω τον ήχο της σβούρας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σβουρίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σβουρίζω. Μορφολογικά, σβούρ(α) + -ίζω

Άλλοι τύποι

σβουρισμένοςσβούριξασβούρισα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →