σβωλιάζω
•
- μεταβατικόμετατρέπω σε σβώλους, φτιάχνω σβώλους Βικιλεξικό
- αμετάβατομετατρέπομαι σε σβώλους, γίνομαι σβώλος ή γεμίζω σβώλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σβωλιάζω < σβώλος + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σβωλιάζω | σβωλιάζεις | σβωλιάζει | σβωλιάζουμε | σβωλιάζετε | σβωλιάζουν / σβωλιάζουνε |
| Παρατατικός | σβώλιαζα | σβώλιαζες | σβώλιαζε | σβωλιάζαμε | σβωλιάζατε | σβωλιάζαν / σβωλιάζανε / σβώλιαζαν |
| Αόριστος | σβώλιασα | σβώλιασες | σβώλιασε | σβωλιάσαμε | σβωλιάσατε | σβωλιάσαν / σβωλιάσανε / σβώλιασαν |
| Μέλλοντας | θα σβωλιάζω / θα σβωλιάσω | θα σβωλιάζεις / θα σβωλιάσεις | θα σβωλιάζει / θα σβωλιάσει | θα σβωλιάζουμε / θα σβωλιάσουμε | θα σβωλιάζετε / θα σβωλιάσετε | θα σβωλιάζουν / θα σβωλιάζουνε / θα σβωλιάσουν / θα σβωλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σβωλιάσει | έχεις σβωλιάσει | έχει σβωλιάσει | έχουμε σβωλιάσει | έχετε σβωλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σβωλιάσει | είχες σβωλιάσει | είχε σβωλιάσει | είχαμε σβωλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σβωλιάσει / να σβωλιάζω / να σβωλιάσω | να έχεις σβωλιάσει / να σβωλιάζεις / να σβωλιάσεις | να έχει σβωλιάσει / να σβωλιάζει / να σβωλιάσει | να έχουμε σβωλιάσει / να σβωλιάζουμε / να σβωλιάσουμε | να έχετε σβωλιάσει / να σβωλιάζετε / να σβωλιάσετε | να σβωλιάζουν / να σβωλιάζουνε / να σβωλιάσουν / να σβωλιάσουνε |
| Προστακτική | — | σβώλιαζε / σβώλιασε | — | — | σβωλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σβωλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →