σβωλιαστός
•
- που έχει σβωλιάσει, που πήρε σφαιρικό σχήμα ενώ αρχικά είχε άλλο Βικιλεξικό
- (πχ. χαλίκι που λειάνθηκε σε ποταμό, στρόγγυλο τυράκι-κεφαλάκι-μπαλάκι Τήνου που προέρχεται από πλάσιμο-ζύμωμα του τυριού "πετρώματος" με προσθήκη μυρωδικών και αλατιού)
- που έχει πήξει και συσσωματωθεί σε κόμπους κατακερματισμένα σε μη συμπαγή-μη ενιαία δομή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σβωλιαστός | σβωλιαστή | σβωλιαστό |
| Γενική | σβωλιαστού | σβωλιαστής | σβωλιαστού |
| Αιτιατική | σβωλιαστό | σβωλιαστή | σβωλιαστό |
| Κλητική | σβωλιαστέ | σβωλιαστή | σβωλιαστό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σβωλιαστοί | σβωλιαστές | σβωλιαστά |
| Γενική | σβωλιαστών | σβωλιαστών | σβωλιαστών |
| Αιτιατική | σβωλιαστούς | σβωλιαστές | σβωλιαστά |
| Κλητική | σβωλιαστοί | σβωλιαστές | σβωλιαστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →