Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σβόλος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. άλλη γραφή του σβώλος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σβόλος < βόλος (απ’ τη συνεκφορά τους βόλους)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσβόλοςσβόλοι
Γενικήσβόλουσβόλων
Αιτιατικήσβόλοσβόλους
Κλητικήσβόλεσβόλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →