Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σε

πρόθεση
•
  1. με αιτιατικήδηλώνει: Βικιλεξικό
    • είμαι στην Αθήνα
    • πάω στην Αθήνα
    • (επίσης με γενική)
  2. με αιτιατικήδηλώνει: Βικιλεξικό
    • επιστρέφω σε δύο μέρες
  3. με αιτιατικήδηλώνει: Βικιλεξικό
    • Βγήκε έξω στα κρυφά.
    • Δε λιποθύμησε πραγματικά, το έκανε στα ψέματα.
  4. με αιτιατικήδηλώνει: Βικιλεξικό
    • Το εμπόρευμα είναι (γύρω) στα είκοσι κιλά.
  5. με αιτιατικήδηλώνει: Βικιλεξικό
    • Το χαρτί σκίστηκε σε δύο κομμάτια.
  6. με αιτιατικήδηλώνει: Βικιλεξικό
    • Είμαι πολύ κακός σε αυτό το μάθημα.
  7. με αιτιατικήδηλώνει: Βικιλεξικό
    • Το βραβείο απονεμήθηκε σε έναν νέο ποιητή.

Ετυμολογία

σε < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σέ < εἰσέ με αποβολή του αρχικού φωνήεντος < αρχαία ελληνική εἰς με προσθήκη <ε> από συμπροφορά με αντωνυμίες που άρχιζαν με [e] :: π.χ. εἰς ἐμένα is eˈmena > iseˈmena > ise ˈmena με ανασυλλαβισμό Δείτε και αρχαία ελληνική εἰς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σε

αντωνυμία
•
  1. αιτιατική του εσύ, μορφή του εσένα Βικιλεξικό
  2. ιδιωματικόαντί του σου Βικιλεξικό
    • Να σε φτιάξω κάτι να φάς;

Ετυμολογία

σε < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σέ < εἰσέ με αποβολή του αρχικού φωνήεντος < αρχαία ελληνική εἰς με προσθήκη <ε> από συμπροφορά με αντωνυμίες που άρχιζαν με [e] :: π.χ. εἰς ἐμένα is eˈmena > iseˈmena > ise ˈmena με ανασυλλαβισμό Δείτε και αρχαία ελληνική εἰς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →