σε
•
- με αιτιατικήδηλώνει: Βικιλεξικό
- είμαι στην Αθήνα
- πάω στην Αθήνα
- (επίσης με γενική)
- με αιτιατικήδηλώνει: Βικιλεξικό
- επιστρέφω σε δύο μέρες
- με αιτιατικήδηλώνει: Βικιλεξικό
- Βγήκε έξω στα κρυφά.
- Δε λιποθύμησε πραγματικά, το έκανε στα ψέματα.
- με αιτιατικήδηλώνει: Βικιλεξικό
- Το εμπόρευμα είναι (γύρω) στα είκοσι κιλά.
- με αιτιατικήδηλώνει: Βικιλεξικό
- Το χαρτί σκίστηκε σε δύο κομμάτια.
- με αιτιατικήδηλώνει: Βικιλεξικό
- Είμαι πολύ κακός σε αυτό το μάθημα.
- με αιτιατικήδηλώνει: Βικιλεξικό
- Το βραβείο απονεμήθηκε σε έναν νέο ποιητή.
Ετυμολογία
σε < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σέ < εἰσέ με αποβολή του αρχικού φωνήεντος < αρχαία ελληνική εἰς με προσθήκη <ε> από συμπροφορά με αντωνυμίες που άρχιζαν με [e] :: π.χ. εἰς ἐμένα is eˈmena > iseˈmena > ise ˈmena με ανασυλλαβισμό Δείτε και αρχαία ελληνική εἰς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →