σείσιμο
•
- η ενέργεια του ρήματος σείω (κουνάω) Βικιλεξικό
- ο τρόπος που κάποιος σειέται, το λίκνισμα στον τρόπο βαδίσματος Βικιλεξικό
- η μια ήταν, η μάνα, χοντρή, βαριά, με σείσιμο ζωηρό, παλικαρίσιο, με περπάτημα αντρικό (Γιάννης Βλαχογιάννης, Για την αγάπη)
Ετυμολογία
σείσιμο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σείσιμο | σεισίματα |
| Γενική | σεισίματος | σεισιμάτων |
| Αιτιατική | σείσιμο | σεισίματα |
| Κλητική | σείσιμο | σεισίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →