Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σεβαστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που του αποδίδεται σεβασμός Βικιλεξικό
    • Οι κανόνες του δικαίου πρέπει να γίνονται σεβαστοί.
  2. που πρέπει να του αποδίδεται σεβασμός, αξιοσέβαστος Βικιλεξικό
    • ο σεβαστός κύριος καθηγητής
    • Ο Χαρίλαος εύλογα είχε κεραυνοβοληθεί. Αυτός ο οποίος μιλούσε ήταν ένας σεβαστός σύντροφος της παλιάς φρουράς του Β' Παγκοσμίου Πολέμου -είχε ζήσει τις εποχές Στάλιν, Χρουστσώφ, Μπρέζνιεφ- κι όχι ένας «φλούφλης» ακαδημαϊκός ή Ιταλός ευρωκομμουνιστής.

Ετυμολογία

σεβαστός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σεβαστός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσεβαστόςσεβαστήσεβαστό
Γενικήσεβαστούσεβαστήςσεβαστού
Αιτιατικήσεβαστόσεβαστήσεβαστό
Κλητικήσεβαστέσεβαστήσεβαστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσεβαστοίσεβαστέςσεβαστά
Γενικήσεβαστώνσεβαστώνσεβαστών
Αιτιατικήσεβαστούςσεβαστέςσεβαστά
Κλητικήσεβαστοίσεβαστέςσεβαστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →