σεβαστός
•
- που του αποδίδεται σεβασμός Βικιλεξικό
- Οι κανόνες του δικαίου πρέπει να γίνονται σεβαστοί.
- που πρέπει να του αποδίδεται σεβασμός, αξιοσέβαστος Βικιλεξικό
- ο σεβαστός κύριος καθηγητής
- Ο Χαρίλαος εύλογα είχε κεραυνοβοληθεί. Αυτός ο οποίος μιλούσε ήταν ένας σεβαστός σύντροφος της παλιάς φρουράς του Β' Παγκοσμίου Πολέμου -είχε ζήσει τις εποχές Στάλιν, Χρουστσώφ, Μπρέζνιεφ- κι όχι ένας «φλούφλης» ακαδημαϊκός ή Ιταλός ευρωκομμουνιστής.
Ετυμολογία
σεβαστός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σεβαστός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σεβαστός | σεβαστή | σεβαστό |
| Γενική | σεβαστού | σεβαστής | σεβαστού |
| Αιτιατική | σεβαστό | σεβαστή | σεβαστό |
| Κλητική | σεβαστέ | σεβαστή | σεβαστό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σεβαστοί | σεβαστές | σεβαστά |
| Γενική | σεβαστών | σεβαστών | σεβαστών |
| Αιτιατική | σεβαστούς | σεβαστές | σεβαστά |
| Κλητική | σεβαστοί | σεβαστές | σεβαστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →