Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σεβντάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ερωτικό πάθος (συνήθως ανικανοποίητο) Βικιλεξικό
    • Ο σεβντάς του ήτανε τα κλέφτικα. Η ζωή, που πέρασε στα ρουμελιώτικα βουνά κυνηγώντας τους φυγόδικους, του πλούτισε την ανθολογία και του ταίριασε τη φωνή με το γαργάρισμα της βρύσης και τη λαλιά της πέρδικας, με τη βουή του ελατιού και την τζαμάρα του τσοπάνη. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Ο πύργος του ακροπόταμου, Αθήνα, Φέξης, 1915)
  2. διακαής πόθος, από καρδιάς Βικιλεξικό
    • Και καθώς ο Διόνυσος ήταν παθιάρης άντρας και δεν παρεξηγούσε λεπτομέρειες τύπου « Αγάπη μου , μην το πάρεις στραβά , αλλά έχω ένα παπάρι να » , είχε πάθει τρελό σεβντά με τον Άμπελο, αλλά το παλικάρι τώρα , εμ σάτυρος. (Αύγουστος Κορτώ, Νεοελληνική Μυθολογία, εκδ. Πατάκης, 2016)

Ετυμολογία

σεβντάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική sevda < αραβική سوداء (sawdāʾ: μαυρίλα, μελαγχολία), θηλυκό του أسود (’áswad, μαύρος) < ρίζα س و د (s-w-d)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσεβντάςσεβντάδες
Γενικήσεβντάσεβντάδων
Αιτιατικήσεβντάσεβντάδες
Κλητικήσεβντάσεβντάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →