Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σεγκούνι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ενδυμασίαχοντρό, μάλλινο πανωφόρι που το φορούσαν κυρίως οι γυναίκες χωρικές Βικιλεξικό
    • Η πόρτα άνοιξε. Ένας κυνηγός εμπήκε με τα σκυλιά του, άντρας ως σαράντα χρονώ, μεγάλος με αντρίκια αλλά ήμερην όψη, και που εφορούσε φέσι και σεγκούνι και πλατοβράκι. Εφαινόταν ταραγμένος.

Ετυμολογία

σεγκούνι < (άμεσο δάνειο) αλβανική shegune < λατινική sagum < sagus < ελληνιστική κοινή σάγος (αντιδάνειο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσεγκούνισεγκούνια
Γενικήσεγκουνιούσεγκουνιών
Αιτιατικήσεγκούνισεγκούνια
Κλητικήσεγκούνισεγκούνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →