σεζόν
•
- η χρονική περίοδος κατά την οποία συμβαίνει μια δραστηριότητα, συνήθως κατά τις τέσσερις εποχές του έτους Βικιλεξικό
- καλοκαιρινή σεζόν, τουριστική σεζόν
- Ξεκίνησε η χειμερινή σεζόν για τα θέατρα, με πολλές πρεμιέρες νέων έργων.
- Πρόωρη συζήτηση για κατάργηση των μέτρων ενόψει τουριστικής σεζόν (Εφημερίδα των Συντακτών, 27.03.2022)
- Η χθεσινή ήττα του ΠΑΟΚ απέναντι στη Μαρσέιγ δεν στέρησε από τη χώρα μας την 15η θέση στη βαθμολογία του UEFA Ranking και θα εκπροσωπηθεί τη σεζόν 2023/24 με πέντε ομάδες στα Κύπελλα Ευρώπης. (Εφημερίδα των Συντακτών, 15.04.2022)
- Πάνε δούλεψε εσύ σεζόν με μηδέν ρεπό, με 18 ώρες δουλειά την ημέρα, με λεφτά της πείνας και μετά έλα να συζητήσουμε γιατί υπάρχει έλλειψη προσωπικού!!! (Σε τι συνθήκες δουλεύουν οι εργαζόμενοι στον τουρισμό @parallaximag.gr, και σχόλια, 21.04.2022)
Ετυμολογία
σεζόν < απροσάρμοστο λόγιο δάνειο από τη γαλλική saison (εποχή) < προέλευσης από τη λατινική
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →