σειραδιάζω
•
- ναυτικός όροςδένω με σειράδιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σειραδιάζω < σειράδιο + -άζω < ελληνιστική κοινή σειράδιον < αρχαία ελληνική σειρά
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σειραδιάζω | σειραδιάζεις | σειραδιάζει | σειραδιάζουμε | σειραδιάζετε | σειραδιάζουν / σειραδιάζουνε |
| Παρατατικός | σειράδιαζα | σειράδιαζες | σειράδιαζε | σειραδιάζαμε | σειραδιάζατε | σειράδιαζαν / σειραδιάζαν / σειραδιάζανε |
| Αόριστος | σειράδιασα | σειράδιασες | σειράδιασε | σειραδιάσαμε | σειραδιάσατε | σειράδιασαν / σειραδιάσαν / σειραδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα σειραδιάζω / θα σειραδιάσω | θα σειραδιάζεις / θα σειραδιάσεις | θα σειραδιάζει / θα σειραδιάσει | θα σειραδιάζουμε / θα σειραδιάσουμε | θα σειραδιάζετε / θα σειραδιάσετε | θα σειραδιάζουν / θα σειραδιάζουνε / θα σειραδιάσουν / θα σειραδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σειραδιάσει | έχεις σειραδιάσει | έχει σειραδιάσει | έχουμε σειραδιάσει | έχετε σειραδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σειραδιάσει | είχες σειραδιάσει | είχε σειραδιάσει | είχαμε σειραδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σειραδιάσει / να σειραδιάζω / να σειραδιάσω | να έχεις σειραδιάσει / να σειραδιάζεις / να σειραδιάσεις | να έχει σειραδιάσει / να σειραδιάζει / να σειραδιάσει | να έχουμε σειραδιάσει / να σειραδιάζουμε / να σειραδιάσουμε | να έχετε σειραδιάσει / να σειραδιάζετε / να σειραδιάσετε | να σειραδιάζουν / να σειραδιάζουνε / να σειραδιάσουν / να σειραδιάσουνε |
| Προστακτική | — | σειράδιαζε / σειράδιασε | — | — | σειραδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σειραδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →