Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σειστός

/siˈstos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τρέμει, κουνιέται όταν περπατά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σειστός < αρχαία ελληνική σειστός < (σείω) σεισ- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσειστόςσειστήσειστό
Γενικήσειστούσειστήςσειστού
Αιτιατικήσειστόσειστήσειστό
Κλητικήσειστέσειστήσειστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσειστοίσειστέςσειστά
Γενικήσειστώνσειστώνσειστών
Αιτιατικήσειστούςσειστέςσειστά
Κλητικήσειστοίσειστέςσειστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →