σεκάρω
•
- ιδίωμα Ζακύνθουενοχλώ Βικιλεξικό
- ...και να με συμπαθάς, αφέντη μου, που σε σεκάρισα μπονόρα μπονόρα (Μιχάλης Χ. Οικονόμου, Διηγήματα μεγάλων Ελλήνων διηγηματογράφων, 1951, σελ. 176)
Ετυμολογία
σεκάρω < βενετική secar < ιταλική seccare
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →