Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σεκερλή

επίθετο
•
  1. γλυκός, με ζάχαρη (καφές) Βικιλεξικό
    • Οί δυό φίλοι δήλωσαν πώς κι έκείνοι σεκερλή καϊμακλή τόν πίνουν καί θάρρεψαν πώς τέλειωσαν τά βάσανά τους (Μ. Καραγάτσης, Σέργιος και Βάκχος, Βιβλ. της Εστίας, 1982)
  2. ζαχαράτος, ζαχαρωμένος Βικιλεξικό
  3. παρασκευαστής γλυκών Βικιλεξικό
    • Ξεχωριστή στιγμή της εκδήλωσης ήταν η βράβευση του κ. ..... , του παλιού σεκερλή, από το Δήμαρχο για την προσφορά του στο γλυκό της...(περιοχής) http://pelladothe.blogspot.com/2016/05/2016_10.html

Ετυμολογία

σεκερλή < τουρκική şekerli < şeker (ζάχαρη)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →