Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σεκταριστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον σεκταρισμό ή τον σεκταριστή ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σεκταριστικός < σεκταριστής + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική sectaire)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσεκταριστικόςσεκταριστικήσεκταριστικό
Γενικήσεκταριστικούσεκταριστικήςσεκταριστικού
Αιτιατικήσεκταριστικόσεκταριστικήσεκταριστικό
Κλητικήσεκταριστικέσεκταριστικήσεκταριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσεκταριστικοίσεκταριστικέςσεκταριστικά
Γενικήσεκταριστικώνσεκταριστικώνσεκταριστικών
Αιτιατικήσεκταριστικούςσεκταριστικέςσεκταριστικά
Κλητικήσεκταριστικοίσεκταριστικέςσεκταριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →