σεκόντο
•
- μουσικήη δεύτερη φωνή στην εκτέλεση τραγουδιού Βικιλεξικό
- μεταφορικάυποστήριξη κάποιου ή των απόψεων του Βικιλεξικό
- μεταφορικάβοήθεια που προσφέρεται σε κάποιον ή στις προσπάθειές του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σεκόντο < ιταλική secondo < λατινική secundus
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →