Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σελάχι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ψάριτο σαλάχι Βικιλεξικό
  2. δερμάτινη ζώνη που φοριόταν πάνω από τη φουστανέλα και στην οποία έβαζαν τα όπλα τους οι μαχητές Βικιλεξικό
    • Ψέμματα ἦσαν τὰ λόγια· μὰ τοῦτα δῶ , τί εἶνε τοῦτα δῶ ; Ψέμματα; Καὶ ὁ Κίτσος μέσα ἀπὸ μίαν πτυχὴν τοῦ σελαχίου του ἀνέσυρε τὴν ἐρωτικὴν ἐπιστολὴν τῆς Χρυσαυγῆς , τὴν ὁποίαν τοῦ εἶχε παραδώσει ἡ Θυμιοῦλα. Καί δεικνύων εἰς αὐτήν τήν ἔνοχον ἐπιστολήν: - Εἶνε καί τοῦτο ψέμματα; ἠρώτησε. (Κίτσος και Λαφαζάνης, πρωτότυπον ιστορικόν μυθιστόρημα, Εν Αθήναις, Αναγνωστόπουλος και Πετράκος, ἐκδόται, 1910, σελ. 210)

Ετυμολογία

σελάχι < αρχαία ελληνική σελάχιον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσελάχισελάχια
Γενικήσελαχιούσελαχιών
Αιτιατικήσελάχισελάχια
Κλητικήσελάχισελάχια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →