σελίνι
•
- παρωχημένονόμισμα που χρησιμοποιούνταν παλιότερα στο Ηνωμένο Βασίλειο, ίσο με το 1/12 της στερλίνας και με 12 παλαιές πένες Βικιλεξικό
- παρωχημένονόμισμα που χρησιμοποιούνταν παλιότερα στην Κύπρο Βικιλεξικό
- νόμισμαπου χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα σε διάφορες χώρες τις Αφρικής Βικιλεξικό
- κυπριακάγενική λέξη για οποιοδήποτε κέρμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σελίνι < (άμεσο δάνειο) ιταλική scellini πληθυντικός αριθμός του scellino (αρσενικό) < γαλλική schelling < αγγλική shilling < πρωτογερμανική *skillingaz < *skiljaną (κόβω, χωρίζω, διαιρώ) (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)kelH-) + *-lingaz
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σελίνι | σελίνια |
| Γενική | σελινιού | σελινιών |
| Αιτιατική | σελίνι | σελίνια |
| Κλητική | σελίνι | σελίνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →