σελαγίζω
•
- ακτινοβολώ Βικιλεξικό
- λάμπω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σελαγίζω < σέλας
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σελαγίζω | σελαγίζεις | σελαγίζει | σελαγίζουμε | σελαγίζετε | σελαγίζουν / σελαγίζουνε |
| Παρατατικός | σελάγιζα | σελάγιζες | σελάγιζε | σελαγίζαμε | σελαγίζατε | σελάγιζαν / σελαγίζαν / σελαγίζανε |
| Αόριστος | σελάγισα | σελάγισες | σελάγισε | σελαγίσαμε | σελαγίσατε | σελάγισαν / σελαγίσαν / σελαγίσανε |
| Μέλλοντας | θα σελαγίζω / θα σελαγίσω | θα σελαγίζεις / θα σελαγίσεις | θα σελαγίζει / θα σελαγίσει | θα σελαγίζουμε / θα σελαγίσουμε | θα σελαγίζετε / θα σελαγίσετε | θα σελαγίζουν / θα σελαγίζουνε / θα σελαγίσουν / θα σελαγίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σελαγίσει | έχεις σελαγίσει | έχει σελαγίσει | έχουμε σελαγίσει | έχετε σελαγίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σελαγίσει | είχες σελαγίσει | είχε σελαγίσει | είχαμε σελαγίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σελαγίσει / να σελαγίζω / να σελαγίσω | να έχεις σελαγίσει / να σελαγίζεις / να σελαγίσεις | να έχει σελαγίσει / να σελαγίζει / να σελαγίσει | να έχουμε σελαγίσει / να σελαγίζουμε / να σελαγίσουμε | να έχετε σελαγίσει / να σελαγίζετε / να σελαγίσετε | να σελαγίζουν / να σελαγίζουνε / να σελαγίσουν / να σελαγίσουνε |
| Προστακτική | — | σελάγιζε / σελάγισε | — | — | σελαγίζετε / σελαγίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →