Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σελεμιάζω

ρήμα
•
  1. άλλη γραφή του σελεμίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σελεμιάζω < σελεμίζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσελεμιάζωσελεμιάζειςσελεμιάζεισελεμιάζουμεσελεμιάζετεσελεμιάζουν / σελεμιάζουνε
Παρατατικόςσελέμιαζασελέμιαζεςσελέμιαζεσελεμιάζαμεσελεμιάζατεσελέμιαζαν / σελεμιάζαν / σελεμιάζανε
Αόριστοςσελέμιασασελέμιασεςσελέμιασεσελεμιάσαμεσελεμιάσατεσελέμιασαν / σελεμιάσαν / σελεμιάσανε
Μέλλονταςθα σελεμιάζω / θα σελεμιάσωθα σελεμιάζεις / θα σελεμιάσειςθα σελεμιάζει / θα σελεμιάσειθα σελεμιάζουμε / θα σελεμιάσουμεθα σελεμιάζετε / θα σελεμιάσετεθα σελεμιάζουν / θα σελεμιάζουνε / θα σελεμιάσουν / θα σελεμιάσουνε
Παρακείμενοςέχω σελεμιάσειέχεις σελεμιάσειέχει σελεμιάσειέχουμε σελεμιάσειέχετε σελεμιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα σελεμιάσειείχες σελεμιάσειείχε σελεμιάσειείχαμε σελεμιάσει——
Υποτακτικήνα έχω σελεμιάσει / να σελεμιάζω / να σελεμιάσωνα έχεις σελεμιάσει / να σελεμιάζεις / να σελεμιάσειςνα έχει σελεμιάσει / να σελεμιάζει / να σελεμιάσεινα έχουμε σελεμιάσει / να σελεμιάζουμε / να σελεμιάσουμενα έχετε σελεμιάσει / να σελεμιάζετε / να σελεμιάσετενα σελεμιάζουν / να σελεμιάζουνε / να σελεμιάσουν / να σελεμιάσουνε
Προστακτική—σελέμιαζε / σελέμιασε——σελεμιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

σελεμιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →