Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σεληναίος

/se.liˈne.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοσυνώνυμο του σεληνιακός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σεληναίος < ελληνιστική κοινή σεληναῖος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσεληναίοςσεληναίασεληναίο
Γενικήσεληναίουσεληναίαςσεληναίου
Αιτιατικήσεληναίοσεληναίασεληναίο
Κλητικήσεληναίεσεληναίασεληναίο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσεληναίοισεληναίεςσεληναία
Γενικήσεληναίωνσεληναίωνσεληναίων
Αιτιατικήσεληναίουςσεληναίεςσεληναία
Κλητικήσεληναίοισεληναίεςσεληναία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →