Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σεληνιάζομαι

ρήμα
•
  1. λαϊκότροποπαθαίνω επιληψία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σεληνιάζομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σεληνιάζομαι < σελήνη

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσεληνιάζομαισεληνιάζεσαισεληνιάζεταισεληνιαζόμαστεσεληνιάζεστεσεληνιάζονται
Παρατατικόςσεληνιαζόμουν / σεληνιαζόμουνασεληνιαζόσουν / σεληνιαζόσουνασεληνιαζόταν / σεληνιαζότανεσεληνιαζόμασταν / σεληνιαζόμαστεσεληνιαζόσασταν / σεληνιαζόσαστεσεληνιάζονταν / σεληνιαζόντουσαν
Αόριστοςσεληνιάστηκασεληνιάστηκεςσεληνιάστηκεσεληνιαστήκαμεσεληνιαστήκατεσεληνιάστηκαν / σεληνιαστήκαν / σεληνιαστήκανε
Μέλλονταςθα σεληνιάζομαι / θα σεληνιαστώθα σεληνιάζεσαι / θα σεληνιαστείςθα σεληνιάζεται / θα σεληνιαστείθα σεληνιαζόμαστε / θα σεληνιαστούμεθα σεληνιάζεστε / θα σεληνιαστείτεθα σεληνιάζονται / θα σεληνιαστούν / θα σεληνιαστούνε
Παρακείμενοςέχω σεληνιαστείέχεις σεληνιαστείέχει σεληνιαστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα σεληνιαστείείχες σεληνιαστείείχε σεληνιαστεί———
Υποτακτικήνα έχω σεληνιαστεί / να σεληνιάζομαι / να σεληνιαστώνα έχεις σεληνιαστεί / να σεληνιάζεσαι / να σεληνιαστείςνα έχει σεληνιαστεί / να σεληνιάζεται / να σεληνιαστείνα σεληνιαζόμαστε / να σεληνιαστούμενα σεληνιάζεστε / να σεληνιαστείτενα σεληνιάζονται / να σεληνιαστούν / να σεληνιαστούνε
Προστακτική—σεληνιάζου / σεληνιάσου——σεληνιάζεστε / σεληνιαστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →