σεληνιάζομαι
•
- λαϊκότροποπαθαίνω επιληψία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σεληνιάζομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σεληνιάζομαι < σελήνη
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σεληνιάζομαι | σεληνιάζεσαι | σεληνιάζεται | σεληνιαζόμαστε | σεληνιάζεστε | σεληνιάζονται |
| Παρατατικός | σεληνιαζόμουν / σεληνιαζόμουνα | σεληνιαζόσουν / σεληνιαζόσουνα | σεληνιαζόταν / σεληνιαζότανε | σεληνιαζόμασταν / σεληνιαζόμαστε | σεληνιαζόσασταν / σεληνιαζόσαστε | σεληνιάζονταν / σεληνιαζόντουσαν |
| Αόριστος | σεληνιάστηκα | σεληνιάστηκες | σεληνιάστηκε | σεληνιαστήκαμε | σεληνιαστήκατε | σεληνιάστηκαν / σεληνιαστήκαν / σεληνιαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα σεληνιάζομαι / θα σεληνιαστώ | θα σεληνιάζεσαι / θα σεληνιαστείς | θα σεληνιάζεται / θα σεληνιαστεί | θα σεληνιαζόμαστε / θα σεληνιαστούμε | θα σεληνιάζεστε / θα σεληνιαστείτε | θα σεληνιάζονται / θα σεληνιαστούν / θα σεληνιαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω σεληνιαστεί | έχεις σεληνιαστεί | έχει σεληνιαστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σεληνιαστεί | είχες σεληνιαστεί | είχε σεληνιαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σεληνιαστεί / να σεληνιάζομαι / να σεληνιαστώ | να έχεις σεληνιαστεί / να σεληνιάζεσαι / να σεληνιαστείς | να έχει σεληνιαστεί / να σεληνιάζεται / να σεληνιαστεί | να σεληνιαζόμαστε / να σεληνιαστούμε | να σεληνιάζεστε / να σεληνιαστείτε | να σεληνιάζονται / να σεληνιαστούν / να σεληνιαστούνε |
| Προστακτική | — | σεληνιάζου / σεληνιάσου | — | — | σεληνιάζεστε / σεληνιαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →