Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σεληνογραφικός

/se.li.no.ɣɾa.fiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με την σεληνογραφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σεληνογραφικός < σεληνογραφ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσεληνογραφικόςσεληνογραφικήσεληνογραφικό
Γενικήσεληνογραφικούσεληνογραφικήςσεληνογραφικού
Αιτιατικήσεληνογραφικόσεληνογραφικήσεληνογραφικό
Κλητικήσεληνογραφικέσεληνογραφικήσεληνογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσεληνογραφικοίσεληνογραφικέςσεληνογραφικά
Γενικήσεληνογραφικώνσεληνογραφικώνσεληνογραφικών
Αιτιατικήσεληνογραφικούςσεληνογραφικέςσεληνογραφικά
Κλητικήσεληνογραφικοίσεληνογραφικέςσεληνογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →