σελιδοθέτης
•
- ορθογώνια σιδερένια πλάκα που χρησιμοποιούνταν για την στοιχειοθέτηση των έντυπων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σελιδοθέτης < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σελιδοθέτης | σελιδοθέτες |
| Γενική | σελιδοθέτη | σελιδοθετών |
| Αιτιατική | σελιδοθέτη | σελιδοθέτες |
| Κλητική | σελιδοθέτη | σελιδοθέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →