Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σελιδοποιούμαι

ρήμα
•
  1. για έντυπα ή άλλα μέσα τα κείμενα των οποίων (η ύλη) αφού μορφοποιηθούν και στοιχειοθετηθούν, πρέπει να κατανεμηθούν σε σελίδες και αυτές να περάσουν από επεξεργασία για να εκτυπωθούν σε χαρτί ή άλλο μέσο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σελιδοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος σελιδοποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσελιδοποιούμαισελιδοποιείσαισελιδοποιείταισελιδοποιούμαστεσελιδοποιείστεσελιδοποιούνται
Παρατατικόςσελιδοποιούμουνσελιδοποιούσουνσελιδοποιούντανσελιδοποιούμασταν / σελιδοποιούμαστεσελιδοποιούσασταν / σελιδοποιούσαστεσελιδοποιούνταν
Αόριστοςσελιδοποιήθηκασελιδοποιήθηκεςσελιδοποιήθηκεσελιδοποιηθήκαμεσελιδοποιηθήκατεσελιδοποιήθηκαν / σελιδοποιηθήκαν / σελιδοποιηθήκανε
Μέλλονταςθα σελιδοποιηθώ / θα σελιδοποιούμαιθα σελιδοποιείσαι / θα σελιδοποιηθείςθα σελιδοποιείται / θα σελιδοποιηθείθα σελιδοποιηθούμε / θα σελιδοποιούμαστεθα σελιδοποιείστε / θα σελιδοποιηθείτεθα σελιδοποιηθούν / θα σελιδοποιηθούνε / θα σελιδοποιούνται
Παρακείμενοςέχω σελιδοποιηθείέχεις σελιδοποιηθείέχει σελιδοποιηθείέχουμε σελιδοποιηθείέχετε σελιδοποιηθείέχουν σελιδοποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα σελιδοποιηθείείχες σελιδοποιηθείείχε σελιδοποιηθείείχαμε σελιδοποιηθείείχατε σελιδοποιηθείείχαν σελιδοποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω σελιδοποιηθεί / να σελιδοποιηθώ / να σελιδοποιούμαινα έχεις σελιδοποιηθεί / να σελιδοποιείσαι / να σελιδοποιηθείςνα έχει σελιδοποιηθεί / να σελιδοποιείται / να σελιδοποιηθείνα έχουμε σελιδοποιηθεί / να σελιδοποιηθούμε / να σελιδοποιούμαστενα έχετε σελιδοποιηθεί / να σελιδοποιείστε / να σελιδοποιηθείτενα έχουν σελιδοποιηθεί / να σελιδοποιηθούν / να σελιδοποιηθούνε / να σελιδοποιούνται
Προστακτική—σελιδοποιήσου——σελιδοποιείστε / σελιδοποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →