Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σελλάς

/seˈlas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποπαρωχημένη γραφή του σελάς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σελλάς < σέλλ(α) + -άς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσελλάςσελλάδες
Γενικήσελλάσελλάδων
Αιτιατικήσελλάσελλάδες
Κλητικήσελλάσελλάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →