Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σεμνοπρεπής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σοβαρός και επίσημος, σεμνός (ιδιαίτερα σε εκκλησιαστικά συμφραζόμενα) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σεμνοπρεπής < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσεμνοπρεπήςσεμνοπρεπήςσεμνοπρεπές
Γενικήσεμνοπρεπούςσεμνοπρεπούςσεμνοπρεπούς
Αιτιατικήσεμνοπρεπήσεμνοπρεπήσεμνοπρεπές
Κλητικήσεμνοπρεπή / σεμνοπρεπήςσεμνοπρεπήςσεμνοπρεπές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσεμνοπρεπείςσεμνοπρεπείςσεμνοπρεπή
Γενικήσεμνοπρεπώνσεμνοπρεπώνσεμνοπρεπών
Αιτιατικήσεμνοπρεπείςσεμνοπρεπείςσεμνοπρεπή
Κλητικήσεμνοπρεπείςσεμνοπρεπείςσεμνοπρεπή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →