σεντέφι
•
- συνώνυμο του μάργαρο Βικιλεξικό
- Να σταματήσεις σ' εμπορεία Φοινικικά, / και τες καλές πραγμάτειες ν' αποκτήσεις, / σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ' έβενους, / και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής, / όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά. (Κωνσταντίνος Καβάφης, Ιθάκη)
Ετυμολογία
σεντέφι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική صدف (τουρκικά sedef) < αραβική صَدَف (ṣadaf)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σεντέφι | σεντέφια |
| Γενική | σεντεφιού | σεντεφιών |
| Αιτιατική | σεντέφι | σεντέφια |
| Κλητική | σεντέφι | σεντέφια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →