Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σεντέφι

/senˈde.fi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. συνώνυμο του μάργαρο Βικιλεξικό
    • Να σταματήσεις σ' εμπορεία Φοινικικά, / και τες καλές πραγμάτειες ν' αποκτήσεις, / σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ' έβενους, / και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής, / όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά. (Κωνσταντίνος Καβάφης, Ιθάκη)

Ετυμολογία

σεντέφι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική صدف (τουρκικά sedef) < αραβική صَدَف (ṣadaf)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσεντέφισεντέφια
Γενικήσεντεφιούσεντεφιών
Αιτιατικήσεντέφισεντέφια
Κλητικήσεντέφισεντέφια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →