σεντούκι
•
- ξύλινο μπαούλο Βικιλεξικό
- σεντούκι θησαυρού
Ετυμολογία
σεντούκι < μεσαιωνική ελληνική σεντούκιν < αραβική صُنْدُوْق (ʂundūq, κουτί) (βλέπε και τουρκικό sandık, σερβοκροατικό sanduk) < αρχαία ελληνική συνθήκη (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σεντούκι | σεντούκια |
| Γενική | σεντουκιού | σεντουκιών |
| Αιτιατική | σεντούκι | σεντούκια |
| Κλητική | σεντούκι | σεντούκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →