Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σεξολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη σεξολογία ή τον σεξολόγο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σεξολογικός < σεξολόγος / σεξολογία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσεξολογικόςσεξολογικήσεξολογικό
Γενικήσεξολογικούσεξολογικήςσεξολογικού
Αιτιατικήσεξολογικόσεξολογικήσεξολογικό
Κλητικήσεξολογικέσεξολογικήσεξολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσεξολογικοίσεξολογικέςσεξολογικά
Γενικήσεξολογικώνσεξολογικώνσεξολογικών
Αιτιατικήσεξολογικούςσεξολογικέςσεξολογικά
Κλητικήσεξολογικοίσεξολογικέςσεξολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →