σερ
•
- χαμηλόβαθμος τίτλος ευγενείας της Βρετανικής Κοινοπολιτείας ιππότη ή βαρονέτου (γράφεται και με κεφαλαίο - Σερ) Βικιλεξικό
- Κόντρα ρόλος για έναν σερ του σινεμά (εφημ. Καθημερινή, 13/09/2021 https://www.kathimerini.gr/culture/561494761/kontra-rolos-gia-enan-ser-toy-sinema/)
- προσφώνησηευγενική προσφώνηση λόγο σεβασμού ή ηλικίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σερ < αγγλική sir • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →