Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σερέτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοπου έχει σχέση με σερέτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σερέτικος < σερέτης + -ικος < τουρκική şirret < αραβική شر (sharrat)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσερέτικοςσερέτικησερέτικο
Γενικήσερέτικουσερέτικηςσερέτικου
Αιτιατικήσερέτικοσερέτικησερέτικο
Κλητικήσερέτικεσερέτικησερέτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσερέτικοισερέτικεςσερέτικα
Γενικήσερέτικωνσερέτικωνσερέτικων
Αιτιατικήσερέτικουςσερέτικεςσερέτικα
Κλητικήσερέτικοισερέτικεςσερέτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →