σερίφης
•
- επάγγελμααστυνομικό όργανο, που εκλέγεται ή ορίζεται στη θέση αυτή για κάποιο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
- επάγγελμααξιωματούχος σε κομητεία, με διοικητικές και δικαστικές αρμοδιότητες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σερίφης < (άμεσο δάνειο) γαλλική shérif + -ης < αγγλική sheriff : ή < (άμεσο δάνειο) αγγλική sheriff
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σερίφης | σερίφηδες |
| Γενική | σερίφη | σερίφηδων |
| Αιτιατική | σερίφη | σερίφηδες |
| Κλητική | σερίφη | σερίφηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →