Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σερβίρω

ρήμα
•
  1. τοποθετώ φαγητό σε πιάτο ή ποτό σε ποτήρι (για κάποιον) Βικιλεξικό
    • Φορώντας γιλέκο, γραβάτα και καπέλο φεντόρα, ένας μπαρίστας με τρόπους επιτηδευμένους τους σέρβιρε γρήγορα την παραγγελία τους. Όρμησαν ο καθένας στο πιάτο του και ήπιαν τον καφέ.
    • Έψηνε τους καφέδες και τους σέρβιρε η ίδια μέσα στη σιωπή. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)
    • Βγήκανε στον κήπο, κάθησαν στο σκιερό κιόσκι, πάνω στους αφράτους τσιλτέδες. Άναψαν τσιμπούκια. Η δούλα σέρβιρε σε μπακιρένια τάσια χοσάφι παγωμένο μέ χιόνι τοῦ Μπόζ ντάγ. Τό κουτάλιζαν κουβεντιάζοντας. (Τάσος Αθανασιάδης, Τα παιδιά της Νιόβης, μυθιστόρημα, τόμος 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.δ. Κολλάρου, 1988)

Ετυμολογία

σερβίρω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σερβίρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική servire

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσερβίρωσερβίρειςσερβίρεισερβίρουμεσερβίρετεσερβίρουν / σερβίρουνε
Παρατατικόςσέρβιρασέρβιρεςσέρβιρεσερβίραμεσερβίρατεσέρβιραν / σερβίραν / σερβίρανε
Μέλλονταςθα σερβίρωθα σερβίρειςθα σερβίρειθα σερβίρουμεθα σερβίρετεθα σερβίρουν / θα σερβίρουνε
Υποτακτικήνα σερβίρωνα σερβίρειςνα σερβίρεινα σερβίρουμενα σερβίρετενα σερβίρουν / να σερβίρουνε
Προστακτική—σέρβιρε——σερβίρετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →