Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σέρβικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη Σερβία και τους Σέρβους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σέρβικος < Σέρβος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσέρβικοςσέρβικησέρβικο
Γενικήσέρβικουσέρβικηςσέρβικου
Αιτιατικήσέρβικοσέρβικησέρβικο
Κλητικήσέρβικεσέρβικησέρβικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσέρβικοισέρβικεςσέρβικα
Γενικήσέρβικωνσέρβικωνσέρβικων
Αιτιατικήσέρβικουςσέρβικεςσέρβικα
Κλητικήσέρβικοισέρβικεςσέρβικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σερβικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη Σερβία και τους Σέρβους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σερβικός < Σέρβος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσερβικόςσερβικήσερβικό
Γενικήσερβικούσερβικήςσερβικού
Αιτιατικήσερβικόσερβικήσερβικό
Κλητικήσερβικέσερβικήσερβικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσερβικοίσερβικέςσερβικά
Γενικήσερβικώνσερβικώνσερβικών
Αιτιατικήσερβικούςσερβικέςσερβικά
Κλητικήσερβικοίσερβικέςσερβικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →