σεργιανίζω
•
- κάνω περίπατο, κάνω βόλτες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σεργιανίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σεργιανίζω | σεργιανίζεις | σεργιανίζει | σεργιανίζουμε | σεργιανίζετε | σεργιανίζουν / σεργιανίζουνε |
| Παρατατικός | σεργιάνιζα | σεργιάνιζες | σεργιάνιζε | σεργιανίζαμε | σεργιανίζατε | σεργιάνιζαν / σεργιανίζαν / σεργιανίζανε |
| Αόριστος | σεργιάνισα | σεργιάνισες | σεργιάνισε | σεργιανίσαμε | σεργιανίσατε | σεργιάνισαν / σεργιανίσαν / σεργιανίσανε |
| Μέλλοντας | θα σεργιανίζω / θα σεργιανίσω | θα σεργιανίζεις / θα σεργιανίσεις | θα σεργιανίζει / θα σεργιανίσει | θα σεργιανίζουμε / θα σεργιανίσουμε | θα σεργιανίζετε / θα σεργιανίσετε | θα σεργιανίζουν / θα σεργιανίζουνε / θα σεργιανίσουν / θα σεργιανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σεργιανίσει | έχεις σεργιανίσει | έχει σεργιανίσει | έχουμε σεργιανίσει | έχετε σεργιανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σεργιανίσει | είχες σεργιανίσει | είχε σεργιανίσει | είχαμε σεργιανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σεργιανίσει / να σεργιανίζω / να σεργιανίσω | να έχεις σεργιανίσει / να σεργιανίζεις / να σεργιανίσεις | να έχει σεργιανίσει / να σεργιανίζει / να σεργιανίσει | να έχουμε σεργιανίσει / να σεργιανίζουμε / να σεργιανίσουμε | να έχετε σεργιανίσει / να σεργιανίζετε / να σεργιανίσετε | να σεργιανίζουν / να σεργιανίζουνε / να σεργιανίσουν / να σεργιανίσουνε |
| Προστακτική | — | σεργιάνιζε / σεργιάνισε | — | — | σεργιανίζετε / σεργιανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →