Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σεργιανίζω

ρήμα
•
  1. κάνω περίπατο, κάνω βόλτες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σεργιανίζω < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσεργιανίζωσεργιανίζειςσεργιανίζεισεργιανίζουμεσεργιανίζετεσεργιανίζουν / σεργιανίζουνε
Παρατατικόςσεργιάνιζασεργιάνιζεςσεργιάνιζεσεργιανίζαμεσεργιανίζατεσεργιάνιζαν / σεργιανίζαν / σεργιανίζανε
Αόριστοςσεργιάνισασεργιάνισεςσεργιάνισεσεργιανίσαμεσεργιανίσατεσεργιάνισαν / σεργιανίσαν / σεργιανίσανε
Μέλλονταςθα σεργιανίζω / θα σεργιανίσωθα σεργιανίζεις / θα σεργιανίσειςθα σεργιανίζει / θα σεργιανίσειθα σεργιανίζουμε / θα σεργιανίσουμεθα σεργιανίζετε / θα σεργιανίσετεθα σεργιανίζουν / θα σεργιανίζουνε / θα σεργιανίσουν / θα σεργιανίσουνε
Παρακείμενοςέχω σεργιανίσειέχεις σεργιανίσειέχει σεργιανίσειέχουμε σεργιανίσειέχετε σεργιανίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα σεργιανίσειείχες σεργιανίσειείχε σεργιανίσειείχαμε σεργιανίσει——
Υποτακτικήνα έχω σεργιανίσει / να σεργιανίζω / να σεργιανίσωνα έχεις σεργιανίσει / να σεργιανίζεις / να σεργιανίσειςνα έχει σεργιανίσει / να σεργιανίζει / να σεργιανίσεινα έχουμε σεργιανίσει / να σεργιανίζουμε / να σεργιανίσουμενα έχετε σεργιανίσει / να σεργιανίζετε / να σεργιανίσετενα σεργιανίζουν / να σεργιανίζουνε / να σεργιανίσουν / να σεργιανίσουνε
Προστακτική—σεργιάνιζε / σεργιάνισε——σεργιανίζετε / σεργιανίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →