σερμαγιά
•
- κεφάλαιο, αρχικό χρηματικό κεφάλαιο επιχείρησης. Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςτο αρχικό κεφάλαιο εξόδων ταξιδιού ελληνικού εμπορικού πλοίου, επί τουρκοκρατίας και λίγο μετά την ανεξαρτησία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σερμαγιά < (άμεσο δάνειο) τουρκική sermaye < περσική سرمايه (sarmāya)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σερμαγιά | σερμαγιές |
| Γενική | σερμαγιάς | σερμαγιών |
| Αιτιατική | σερμαγιά | σερμαγιές |
| Κλητική | σερμαγιά | σερμαγιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →