σερμπέτι
•
- ποτόείδος πολύ γλυκού ποτού Βικιλεξικό
- μεταφορικάυπερβολικά γλυκό Βικιλεξικό
- μεταφορικάτα γλυκόλογα Βικιλεξικό
- Aρχίσανε πάλι τα σερμπέτια και δε μας δίνουν σημασία.
Ετυμολογία
σερμπέτι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική شربت (τουρκικά şerbet) + -ι < περσική شَرْبَت (šarbat) < αραβική شَرْبَة (šarba) → δείτε και το μεσαιωνικό σερμπέτι.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σερμπέτι | σερμπέτια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | σερμπέτι | σερμπέτια |
| Κλητική | σερμπέτι | σερμπέτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →