Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σερνικός

/seɾ.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποαρσενικός Βικιλεξικό
    • ουσιαστικοποιημένο: Αμάν! Τι σερνικό είν' τούτο! Ομορφάντρας!

Ετυμολογία

σερνικός < αρσενικός με αποβολή του αρχικού [a] και μετάθεση του [ɾ]

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσερνικόςσερνική / σερνικιάσερνικό
Γενικήσερνικούσερνικής / σερνικιάςσερνικού
Αιτιατικήσερνικόσερνική / σερνικιάσερνικό
Κλητικήσερνικέσερνική / σερνικιάσερνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσερνικοίσερνικέςσερνικά
Γενικήσερνικώνσερνικώνσερνικών
Αιτιατικήσερνικούςσερνικέςσερνικά
Κλητικήσερνικοίσερνικέςσερνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →