σερνικός
•
- λαϊκότροποαρσενικός Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένο: Αμάν! Τι σερνικό είν' τούτο! Ομορφάντρας!
Ετυμολογία
σερνικός < αρσενικός με αποβολή του αρχικού [a] και μετάθεση του [ɾ]
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σερνικός | σερνική / σερνικιά | σερνικό |
| Γενική | σερνικού | σερνικής / σερνικιάς | σερνικού |
| Αιτιατική | σερνικό | σερνική / σερνικιά | σερνικό |
| Κλητική | σερνικέ | σερνική / σερνικιά | σερνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σερνικοί | σερνικές | σερνικά |
| Γενική | σερνικών | σερνικών | σερνικών |
| Αιτιατική | σερνικούς | σερνικές | σερνικά |
| Κλητική | σερνικοί | σερνικές | σερνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →